Κώστας Καρυωτάκης - Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της Αμφισβήτησης

της Λιλής Ζωγράφου

 

«Οι άνθρωποι πεθαίνουν αμετάκλητα. Οι ποιητές σκοτώνονται μόνο. Οι νεκροψίες δεν ωφελούν. Τα σώματα των ποιητών είναι διάτρητα από την ευαισθησία τους κι από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα σώματα των ποιητών είναι σημαίες ήττας. Όμως δεν υπάρχουν ποιητές νικημένοι, όπως δεν υπάρχουν ποιητές νικητές. Υπάρχουν ποιητές.. (σελίδα 23)

Στις 28 Ιουλίου του 1928, με τον ίδιο πυροβολισμό που η Αικατερίνη Καρυωτάκη έχανε τον γιο της, αναγγελλόταν στην Ελλάδα το πέρασμα ενός ποιητή» (σελίδα 24)

Να πάρουμε δύο ακραίες «κριτικές» απόψεις, από δύο ακραίες πολιτικές συνειδήσεις: Δημαράς: «Ο Καρυωτάκης δεν είναι καν ποιητής» (1938). Αυγέρης: «Ένας τεχνίτης με άρρωστη συνείδηση μπορεί να προβάλλει την αρρώστια του σαν κατάσταση της ίδιας της ζωής» (1956). (σελίδα 30)

Όσο είναι μικρός, λοιπόν, ο Καρυωτάκης, τα παιδιά τον αποφεύγουν. Δεν θα τρέξει, δε θα ξεφωνίσει, δε θα ξεκαρδιστεί. Περήφανος και τρομοκρατημένος, ίσως, θα καταλαγιάσει φυλακίζοντας μέσα του ένα σμάρι πουλιά που λαχταρούν να ορμήσουν στο πανηγύρι του σούρουπου. Ο λιγοστός αυθορμητισμός, που πιθανόν να του άφησε η "αυστηρή ανατροφή", θα ξεψυχήσει στην αμείλικτη κι άκαρδη αδιαφορία των συνομηλίκων του. (σελίδα 34)

Ο Καρυωτάκης θα γράψει τα πρώτα του «στιχάκια» στα 16 του χρόνια. Η καλλιτεχνική δημιουργία, όπως και η τρέλα -- ναι, η παραφροσύνη -- είναι η διέξοδος από την εσωτερική σύγκρουση του ατόμου με τον κόσμο ή με το άμεσο περιβάλλον του. Η Δημιουργία είναι η πρόσκαιρη κατάργηση ενός κλίματος και η μετάβαση σ' ένα άλλο, που κατασκευάζει ο Δημιουργός, όπου και καταφεύγει για να ανασαίνει άνετα μέσα του. (σελίδα 43)

Απρίλιος του '22. Η Μαρία [Πολυδούρη] είναι είκοσι χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Και τα νιάτα τους δειλά και άγρια, απελπισμένα και διψασμένα για πίστη θ' ανάβουν φωτιές τ' Αη Γιαννιού όπου σταθούν, όπου κοιτάξουν, όπου διαβούν, όποια στιγμή της μέρας, σ' όποιο σημείο της γης συναντηθούν κι αντικρίσουν τα μάτια τους. Κάθε φόρα που τα δάχτυλα του ενός θα ακουμπούν την επιδερμίδα του άλλου. Παντού θα υψώνονται φλόγες, να καίνε τις μαρτυρίες, να πυρπολούν τα ίχνη, να λαμπαδιάζουν τα ίδια τους τα σώματα. Γιατί άλλος κανείς δε θα 'ρθει, άλλος κανείς δεν είναι άξιος ούτε να αντικρίσει την εκτυφλωτική και καταστρεπτική φλόγα που ξαφνιάζει, γεννά, μεθά τα δύο τούτα παιδιά, ώσπου να τα κατακάψει».(σελίδα 46)

Ο Καρυωτάκης, μέσα από τα αναρίθμητα πλέγματα κατωτερότητας, φυσικά ή επίκτητα, άνοιγε έναν καινούριο δρόμο στην ποίηση της εποχής του, εξευτελίζοντας τη μεγαλοστομία, το στόμφο, την ηρωομανία και τη γλυκερή ωραιοπάθεια. Δεν ανέτρεψε απλώς αυτό το κατεστημένο, τη θεία τάξη της αστικής ποίησης, προκαλώντας την. Στάθηκε ο πρώτος αρνητής. Με τον Καρυωτάκη ξεκινάει η πρώτη υποψία ότι η ποίηση είναι ένα όπλο, το ίδιο ισχυρό και επικίνδυνο, όσο και η κοινωνική επανάσταση. Που μπορεί να γκρεμίσει αξίες, πλάνες, ψευδαισθήσεις, απάτες. Ακριβώς όπως τις συντηρούσε ως τότε η ποιητική μεγαλοστομία και η ρομαντική αβρότητα, αφήνοντας ελεύθερους τους πατριδοκάπηλους, τους εκμεταλλευτές, τους αποικιοκράτες (με μοναδική εξαίρεση τον Σολωμό και τον Καβάφη). (σελίδα 65)

Μόνο στα τελευταία εικοσιτετράωρα της ζωής του, κι όταν πια φαίνεται να 'χει αποφασίσει το θάνατό του, αναμετρά το βάθος της άρνησής του. Και τρομάζει μπροστά στο ρήγμα που άνοιξε η αναμέτρησή του με την εποχή του, που δεν τον αφομοίωσε. Και δεν τον αφομοίωσε όχι σαν αποτέλεσμα της δικής του δειλίας, των δισταγμών του, της ανικανότητας του ν' αντιδράσει, μ' έναν δυναμισμό που δεν διέθετε, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν είχε τίποτα να του προσφέρει. Πόσο μακριά βλέπει ο Καρυωτάκης τη στιγμή που γράφει το τελευταίο του S.O.S., καθώς υποψιάζεται ότι αργά ή γρήγορα κι άλλοι θα δουν κι άλλοι θα υποψιαστούν και θ' απορρίψουν ό,τι και ο ίδιος, με τον κίνδυνο να παραιτηθούν όπως έκανε αυτός. (σελίδα 66)

Πίσω

Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1996