[Μικρή Απολογία]

Επιστολή του Ποιητή στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα». 
[δημοσιεύτηκε: Τόμος Β', Τεύχος 7, 16 Μαρτίου 1928, σελ. 275-276]

 

Το σημείωμα αυτό γράφτηκε στην Πάτρα, μαζί με επιστολή προς τον αρχισυντάκτη των Ελληνικών Γραμμάτων Γ.Ν. Πολίτη, εξ αφορμής της βιβλιοκρισίας που είχε δημοσιεύσει ο Β.Ρώτας για το Ελεγεία και Σάτιρες. Στην επιστολή ν. 18 προς τον Σακελλαριάδη αναφέρονται τα περιστατικά πριν τη δημοσίευση του σημειώματος, το οποίο πραγματικά παρουσιάστηκε σχετικά αλλοιωμένο και δυσμενώς σχολιασμένο. Όπως προκύπτει από την επιστολή του Κ. προς τη Νέα Εστία, η Σύνταξη των Ελληνικών Γραμμάτων αλλοίωσε κάπως το σημείωμα, πιθανότατα προσθέτοντας την πρώτη παράγραφο που αρχικώς αποτελούσε τη συνοδευτική επιστολή του ποιητή. Ο Καρυωτάκης απάντησε στα σχόλια της Σύνταξης των «Ελληνικών Γραμμάτων» μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Νέα Εστία».

Η υποτιθέμενη επιστολή δημοσιεύθηκε στα «Ελληνικά Γράμματα» προλογισμένη ως εξής (με πλάγια γράμματα παραθέτονται τα σχόλια της Σύνταξης του περιοδικού):

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ
Απάντηση του κ. Καρυωτάκη

Δημοσιεύουμε το παρακάτω γράμμα που μας έστειλε ο κ. Καρυωτάκης ως απάντηση στην κριτική του κ. Β. Ρώτα για το βιβλίο του Ελεγεία και Σάτιρες. Η κριτική του Β. Ρώτα δημοσιεύθηκε στο 5ο φύλλο, σ. 182-184.

 

Κύριε,

Έχοντας υπ' όψιν μια δήλωση του περιοδικού, θα σας παρακαλούσα να δεχθείτε αυτή τη μικρή μου απολογία σε όσα διεξοδικότατα εγράφησαν για το βιβλίο μου Ελεγεία και Σάτιρες στα Ελληνικά Γράμματα.

Αφού προηγουμένως ευχαριστήσω τον κ. Ρώτα για την καλοσύνη που είχε να ασχοληθεί με τα ποιήματά μου, θα 'θελα μόνο να τον ρωτήσω αν όσα έγραψε στα Ελληνικά Γράμματα νομίζει ότι αποτελούν κριτική. Γιατί εγώ τουλάχιστον έχω την εντύπωση ότι ο κ. Ρώτας, εξ αφορμής του βιβλίου μου, εζήτησε απλώς να κάνει γνωστές τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του, τα ποιητικά του μοτίβα που τον ενδιαφέρουν περσότερο. Και είπε πάνω κάτω ότι η μελαγχολία δεν είναι καθόλου καλό πράγμα, ότι πρέπει να κοιτάξουμε λίγο και τον κοσμάκη, που υποφέρει όσο κ' εμείς, και να μη βυθιζόμεθα στον εαυτό μας, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι άξιο μέσα στη ζωή.

Φαντάζεσθε τώρα έναν τεχνοκρίτη, ο οποίος προσπαθούσε να μας πείσει ότι ο Θεοτοκόπουλος ή οποιοσδήποτε ζωγράφος που εργάζεται σε θρησκευτικά ή άλλα θέματα, και μάλιστα με ορισμένο τρόπο σύμφωνο πάντα προς την ιδιοσυγκρασία του, θα 'κανε φρονιμότερα αν άφηνε αυτό το σύστημα κι ακολουθούσε εκείνο που προτιμά ο επικριτής του.

Όταν εξετάζει κανείς αντικειμενικά, βρίσκει χίλια πράγματα να ειπεί και για τη φτωχότερη προσπάθεια. Και ο κ. Ρώτας, σε δύο ολόκληρες σελίδες, δε μας είπε ούτε το στοιχειωδέστερο: Είναι, δηλαδή, ή δεν είναι ποιήματα τα Ελεγεία και Σάτιρες; Αν, κατά τύχην, συμβαίνει το πρώτο, εγώ είμαι ευχαριστημένος, γιατί η κοινωνιολογική άποψις δε με αφορά.

Αλλά θα είχα κι άλλες ερωτήσεις για τον κ. Ρώτα. Λ.χ. αν πιστεύει σοβαρώς ότι η δική του αισιοδοξία συμβιβάζεται με τη σημερινή πραγματικότητα περσότερο από το δικό μου πεσιμισμό, και αν ένας σύγχρονος άνθρωπος μπορεί ν' αντικρίσει αλλιώς παρά από την αντίθετη όψη, με νοσταλγία, το ιδανικό του Σολωμού (συμπάθεια και θαυμασμός), που, χωρίς να το εκφράζει καθαρά ο ίδιος, μαντεύουμε ότι έχει κατακυριεύσει τον κ. Ρώτα. Με συγχωρείτε όμως. Εδώ κινδυνεύω να θίξω το πρόγραμμα, την κατεύθυνση του περιοδικού, του οποίου τολμώ να επικαλεσθώ τη φιλοξενία για το σημείωμα αυτό.

Πάτρα 22 - 2 - 28

Με ιδιαίτερη τιμή

Κ.Γ. Καρυωτάκης

Σημείωση «Ε.Γ.»: -- Από το παραπάνω γράμμα που επέμενε ο κ. Καρυωτάκης να δημοσιευτει, δε βλέπουμε τι έχει να κερδίσει ο ίδιος. Και πρώτα-πρώτα ένας "ποιητής", όταν απαντά στις κριτικές που του γίνονται, δείχνει νομίζουμε πως περισσότερη πίστη δείχνει στα επιχειρήματα της λογικής για να στηρίξει την αξία του έργου του παρότι στη δύναμη της τέχνης του, πράγμα που δεν τον καλοσυσταίνει. Ο κ. Κ. όμως δεν επιχειρεί, είναι η αλήθεια, ν' ανασκευάσει τα "όσα έγραψε" ο κ. Ρώτας. Απλώς μόνο τον ερωτά αν "νομίζει" (τι χαριτωμένο αυτό το νομίζει!) ότι αυτά "αποτελούν κριτική". Κατά τον κ. Κ. κριτική θα έκανε ο κ. Ρώτας αν έδινε μιαν απόκριση στο "στοιχειωδέστερο" ερώτημα: «Είναι ή δεν είναι ποιήματα τα Ελεγεία και Σάτιρες»; Δεν αμφιβάλουμε καθόλου ότι πολύ "ευχαριστημένος" θα είναι ο κ. Κ. "αν συμβαίνει το πρώτο". Μα μέσα από την κριτική του κ. Ρώτα ξεπροβάλλει ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα: : Μπορεί ή δεν μπορεί να είναι ποιητής ο συγγραφέας των Ελεγείων; Πώς δεν το πρόσεξε αυτό ο κ. Κ.; 'Η, καλύτερα, φαντάζεται ότι με το να λέει ότι "η κοινωνιολογική άποψη δεν τον αφορά", κλονίζει καθόλου την άποψη του κ. Ρώτα; Πόσο τον "αφορά" και τον ίδιο τον κ. Κ. η "κοινωνιολογική άποψη" το φανερώνει και μόνος του, αφού πασκίζει να "συμβιβάσει" τον "πεσιμισμό" του με τη "σημερινή πραγματικότητα", και για να το καταφέρει μάλιστα τη στενεύει όσο παίρνει τη δόλια αυτή πραγματικότητα. Πόσο λίγο όμως την κατάλαβε την "κοινωνιολογική άποψη" του κ. Ρώτα (που δεν είναι δα καθόλου κοινωνιολογική) το δείχνει όταν φαντάζεται πως την πολεμά με το αταίριαστο παράδειγμα για το Θεοτοκόπουλο. Γιατί το ζήτημα δεν το περιόρισε ο κ. Ρώτας σε "ιδιοσυγκρασίες" ούτε σε "θέματα", παρά το έβαλε σε κάτι πιο σημαντικό, μια που μίλησε για "στενή ψυχή". Απ' όλο το γράμμα του κ. Κ. δεν καταλαβαίνουμε -- εμείς τουλάχιστο -- να βγαίνει άλλο συμπέρασμα παρά μόνο πόσο λίγο ξέρουν τον τόπο μας, ακόμα και οι "γράφοντες", την τέχνη να διαβάζουν καλά. Το βλέπει κανείς αυτό ακόμα και από όσα λέει για το ιδανικό του Σολωμού, που είναι κακοχωνεμένος Αποστολάκης. Κι όμως επιμένουν ωστόσο πάντα να διαφωνούν, και -- το χειρότερο -- ν' απαντούν. Να μας συμπαθήσει ο φίλος κ. Κ., μα την επιμονή αυτή μας είναι αδύνατο να την καταλάβουμε.

Πίσω