Οι Τρεις 

(Nicolaus Lenau)

 

Αφού κι η τελευταία εχάθη μάχη,
τρεις ιππείς επιστέφουμε μονάχοι.

Από βαθιές πληγές το αίμα ρέει
ζεστό, τ' άλογο σκύβει να το εισπνέει.

Από τη σάλα το αίμα τ' αναβάτου,
κι από τους χαλινούς, έφτασε κάτου.

Αγάλι αγάλι τ' άλογο πηγαίνει,
αλλά το αίμα τρέχει και πληθαίνει.

Οι τρεις ιππείς πηγαίνουν πλάι πλάι,
ο ένας στον άλλο γέρνει κι ακουμπάει.

Στο πρόσωπο βλέπουν ο ένας τον άλλο,
και λένε μ' αναστεναγμό μεγάλο:

-- Από μια κόρη τρυφερά αγαπούμαι,
γι' αυτό τώρα πεθαίνοντας λυπούμαι.

--Έχω χτήματα πολλά, σπίτια, δάση,
κι η νύχτα έτσι νωρίς θα με σκεπάσει.

--Δεν έχω πάρεξ το θεό του κόσμου,
μα πόσο με φοβίζει ο θάνατός μου!

Και καθώς με τ' άλογα προχωρούνε,
τρία κοράκια γύρω τους πετούνε.

Τους μοιράζονται, κρώζοντας καθένα:
Δικοί σας οι δυο, κι ο τρίτος εμένα.

Πίσω