Επιστολή (17)

 

Αγαπητέ Χαρίλαε,

Χαιρετισμούς από την Πάτρα και τις Πατρινούλες.

Εγώ πλήττω μέχρι μυελού οστέων.

Το Σάββατο λογαριάζω ναρθω. Θα σε περιμένω κατά τις 12 μέσα στη βιβλιοθήκη για να διοργανώσουμε κανένα γλεντάκι.

Σε φιλώ

Κωστάκης

20 -2 - 1928

Πίσω

 

@ Σε τούτο το γράμμα μού αναγγέλει πως με λιγοήμερη άδεια θα έρθη στην Αθήνα από την Πάτρα, όπου, αρχές Φεβρουαρίου του 1928, είχε αδικαιολόγητα αποσπασθή από τον τότε υπουργό της Πρόνοιας, καθώς αναφέραμε στα Aπαντα, σελ. ΧΧΥΙ - ΧΧΥΙΙ. Στο μέρος της συνάντησης που μου είχε ορίσει για εκείνο το μεσημέρι δεν ήρθε· τα μεσάνυχτα όμως της ίδιας ημέρας, εκεί που πήγαινα να ανοίξω την πόρτα του σπιτιού που έμενα τότε, στην οδό Στρατιωτικού Συνδέσμου, τον βλέπω έξαφνα από λίγο μακριά να μου πετά μικρές πέτρες, και παραλλάζοντας την φωνή του, να λέη πως είναι κάποιος γνωστός μου, κατονομάζοντας έναν ηλικιωμένο, άνθρωπο πολύ σοβαρό που με τούτον είχα τότε κάπως σχετισθή. Αφού μάταια με αναζήτησε στο σπίτι, περίμενε αυτού την επιστροφή μου ντυμένος με σμόκιν (ήταν τότε απόκριες), μαζί με τον ξάδελφό του Θόδωρο Καρυωτάκη, κι έτσι, καλοδιάθετος όπως ήταν, μας πήρε κατόπι και καθήσαμε σ' ένα κέντρο της οδού Πανεπιστημίου. Εμελαγχόλησε όμως κάπως εκεί, μα ύστερα και πάλι του άνοιξε η καρδιά του, όταν χόρεψε με μιαν όμορφη κοπέλα. Αυτές οι απόκριες του 1928 ήσαν οι μόνες που πέρασε στην Αθήνα χωρίς να φορέση το ντόμινό του. γιατί, καθώς μνημονεύω στα Aπαντα (σελ. ΧΧΥΙΙ) «συνήθιζε αυτή την εποχή ντυμένος πιερρότος να γυρίζη μόνος ή και με κανένα φίλο και να γλεντάη με τον ιδιόρρυθμο του τρόπο.»