Επιστολή (14)

 

Αθήναι, Δευτέρα

Αγαπητέ Χαρίλαε,

Εν πρώτοις σ' ευχαριστώ και σε παρακαλώ να διαβιβάσης και στη σεβαστή μου μητέρα σου τις άπειρες ευχαριστίες μου για τις μητρικές περιποιήσεις της.

Ήρθα με αυτοκίνητο κ' εταλαιπωρήθηκα αρκετά, γιατί εσταματήσαμε στο δρόμο λόγω βλάβης 6-7 φορές κ' έτσι το ταξίδι διήρκεσε δώδεκα ώρες. Είχαμε και βροχή ραγδαία.

Στον κ. Πολίτη επήγα χθες. Εφαίνετο κάπως δυσανασχετών, διότι δεν εδήλωσες αν θα αναλάβης στα Αρχείο, και μού είπε ότι για προαγωγή είναι αργά τώρα. Του είπα ότι θα πας στο Αρχείο και την τοποθέτησή σου την θέλεις για να μπορέσης ενδεχομένως να επιστρέψης στη θέση σου, όταν δια λόγους υγείας δεν μπορέσης να μείνης εδώ. Του είπα επίσης ότι, εφ' όσον δεν είναι δυνατή η προαγωγή σου, θα ήθελες να τοποθετηθής τυπικώς στη Δημητσάνα. Του άφησα και το σημείωμά σου. Μου απάντησε ότι θα φροντίση και θα σου γράψη. Ο κ. Γ. Πολίτης λείπει και θα επιστρέψη προ της 15 Σεπτ., επειδή τότε αρχίζει η εργασία στο Αρχείο.

Εν βία.

Στους δικούς σου τα δέοντα.

Σε φιλώ

Κωστάκης

Ζήνωνος 4

Ο Ανδρέας μού είπε ότι έκανε λόγο στον υπουργό, κ' εκράτησε τόνομά σου.

Κ.Κ.

Πίσω

 

@ Στην αρχή της επιστολής εκφράζει ευχαριστίες για τη φιλοξενία του στη Δημητσάνα, όπου ήρθε επί τέλους το καλοκαίρι του 1927 κι έμεινε 20 πάνω κάτω ημέρες. Στην εκεί παραμονή του, ακούραστος κι αυτός πεζοπόρος καθώς ήταν, επιζητούσε τις μακρινές εκδρομές στα γύρω χωριά. Σε κάθε μας οδοιπορία εθαύμαζε βέβαια, χωρίς όμως να το εκφράζη, τη γραφικότητα των περίγυρα τοπίων, με τον κάποιο που το χαρακτήριζε εγωκεντρισμό, καθόλου δε λογάριαζε τους χωρικούς που απαντούσε, όπως γενικά κι όσους ανθρώπους ακόμα θεωρούσε πως ήσαν κατώτερης τάξης κοινωνικής.Στη Βυτίνα που είχαμε πάει, μόλις μας είδε ένα μεσημέρι κάποιος ηλικιωμένος συνάδελφός μου, αμέσως προσφέρθηκε φιλικώτατα να μας κεράση ένα ούζο. Εγώ αρνήθηκα, μα ο Καρυωτάκης με σκούντησε με τρόπο για να δεχθώ. Κι όταν το πήραμε κι ο αγαθός εκείνος συνάδελφος προθυμοποιήθηκε να μας τρατλαρη άλλο ένα, ο φίλος μου μ' έσπρωξε παρακινώντας με να το πιούμε και τούτο. -- Αυτούς τους χωριάτες δεν πρέπει να τους λυπάται κανείς, μου είπε κατόπι. Ας τους να ξοδεύουν. Έπειτα σε κάποιο άλλο χωριό, τη Γρανίτσα, ένας άλλος συνάδελφος μου, ο θεολόγος κ. Κ. Δεμίρης, έτσι μόλις ξαφνικά με απάντησε εκεί, αμέσως με πήρε μαζί με τον φίλο μου σπίτι του, όπου με ευνοϊκή διάθεση μας φιλοξένησε, και μας έδωσε μάλιστα όταν φεύγαμε ένα δεματάκι με κρέας ψητό. Ο Καρυωτάκης, όμως, όσες ώρες μείναμε αυτού, του φερόταν αδιάφορα, κάπως ψυχρά, και στην ερώτησή μου ύστερα γιατί φανέρωσε μια τέτοια στάση περιφρονητική σ' έναν άνθρωπο τόσο πρόθυμο κι ευγενικό, μου αποκρίθηκε χαμγελώντας ειρωνικά -- Είναι κι αυτός χωριάτης. Κάπου θα διάβασε κανένα οδηγό καλής συμπεριφοράς και θέλει να κάνει τον ευγενή. Εγέλασε όμως με την καρδιά του τότε που ένας δημοδιδάσκαλος, σε κάποιο χωριό που είχαμε πάει, όταν τον ρώτησα αν υπάρχουν εκεί παλιές εικόνες, μου απάντησε πως βρίσκεται σε κάποια εκκλησία, μια Παναγία, μόνο που είναι λιγάκι...διεφθαρμένη· εφθαρμένη ήθελε να πη ο καψερός. Καθώς αναφέρω στα Aπαντα (σελ. ΧΧΙΥ), ξεκινώντας ένα πρωί από τη Δημητσάνα φθάσαμε το βράδυ στην Ολυμπία, κι από εκεί γυρίσαμε πάλι πεζοί, χωρίς να καταλάβη την παραμικρότερη κούραση. Ακόμα τυχαίνει να κρατάω κάποιο σχεδιάγραμμα των αρχαιολογικών μνημείων που είχε κάνει εκεί. όταν έμενε σπίτι, πάντα ξυπνούσε πολύ πρωί· έπαιρνε κανένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, που ωρισκόταν στο δωμάτιο που του είχαμε παραχωρήσει, κι άμα του έκανε καλή εντύπωση το διάβαζε με ενδιαφέρον. Με απληστία, θυμάμαι, είχε διαβάσει τη Γη του Ζολά, μα ο Ζητιάνος του Καρκαβίτσα δεν του άρεσε καθόλου. Φαινόταν όμως τότε πάντοτε κακόθυμος, σκυθρωπός. Μετά την τραγική του χειρονομία, μου έλεγε η μητέρα μου, πως όταν κάθε πρωί του πήγαινε το πρωινό του, καθώς τον έβλεπε πάντα κατσουφιασμένο, αναρωτιώταν τι να 'χη αυτός ο φίλος μου και φαίνεται έτσι σαν αγριεμένος.

@ Ο κ. Πολίτης που αναφέρεται στο γράμμα είναι ο κ. Λίνος Πολίτης, αδελφός του κ. Γ. Πολίτη, διευθυντή τότε του Λαογραφικού Αρχείου. Τον κ. Λίνο Πολίτη τον είχα παρακαλέσει να τακτοποιήση κάποια υπόθεσή μου για μετάθεση, πριν αναλάβω υπηρεσία στο Λαογραφικό Αρχείο, όπου είχα τότε αποσπασθή. Ο Ανδρέας ήταν πάλι ένας θείος μου, ο γιατρός Ανδρέας Καράκαλος, που, φοιτητής ακόμα, είχε καταταχθή στο σώμα των Γαριβαλδινών κι είχε πληγωθή στο Δρίσκο ταυτόχρονα σχεδόν με τον Μαβίλη, τις τελευταίες στιγμές του οποίου είχε περιγράψει στις ανέκδοτες αναμνήσεις του που έτυχε να βρω. Γι' αυτόν αναφέρω στη μελέτη Ο Μαβίλης, ένας κριτικός του κι η Ακαδημία Αθηνών, 1957, σελ.33.