Επιστολή (13)

 

Αγαπητέ Χαρίλαε,

Έλαβα το τελευταίο σου γράμμα, πλημμυρισμένο από το μακάβριο χιούμορ σου. Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Με το να απαναλαμβάνης, έπεισες τον εαυτό σου ότι είσαι μελλοθάνατος, σ' έπεισε περί αυτού ο ιατρός του χωρίου, ή απλούστατα μου παίζεις φάρσα; Πάντως στους μπερδεμένους στίχους σου διέκρινα ένα τόνο ειλικρινείας και αληθινής συγκινήσεως. Έπειτα, ο πεζότατος αυτός επίλογος για το Λαογραφικό Αρχείο... Χριστιανέ μου, έλα στα συγκαλά σου. Γράψε μου τι σου συμβαίνει.

Εγώ θα κάμω ό,τι μπορέσω για να έρθω αυτού, όχι βέβαια δι' εξόδων σου, αλλά πρέπει προηγουμένως να ξέρω περί τίνος πρόκειται.

Αυτές τις ημέρες δημοσιεύεται ο νέος οργανισμός του Υπουργείου μας. Περιορίζεται το προσωπικό, και για τους υπαλλήλους που θα αποχωρήσουν προβλέπονται πέντε μισθοί μετά την απόλυσιν κλπ. Σκέπτομαι λοιπόν σοβαρώς να πάρω όσα λεπτά θα μου δώσουν και να τους αφίσω υγείαν. Αλλιώς, θα ζητήσω αναρρωτική άδεια. Και στη μια περίπτωση και στην άλλη, πριν επιχειρήσω το απονενοημένον ταξίδι προς Παρισίους, πιστεύω να τα καταφέρω να πεταχτώ έως αυτού για λίγες μέρες. Έτσι θα θυμηθούμε τα παλιά, ωραία χρόνια, και αναπνέοντας τον ελαφρό αέρα των Αρκαδικών βουνών, θα πάρω δυνάμεις για τη μεγάλη περιπέτεια, στην οποία επιμένω να υποβάλω το άθλιο σαρκίο μου.

Περιμένω γρήγορα γράμμα σου.

Σε φιλώ

Κωστάκης

30 - 7 - 27

Πίσω

 

@ Με παιχνιδιάρικη έκφραση χρωματισμένη επιστολή, απάντηση σε μια με τον ίδιο τόνο γραμμένη δική μου, όπου του ανάγγελνα ότι τάχα είχα πεθάνει από τον καημό που δεν ερχόταν να με ιδή. μαζί μ' εκείνη του έστελνα κι ένα πρόχειρα γραμμένο αγγελτήριο της κηδείας μου, στολισμένο με κάτι παράξενα σκίτσα. Με τον ειρωνικό υπαινιγμό για την πατριωτική μου δράση υποδηλώνει πως είχε υπόψη πως και τα 4 χρόνια της στρατιωτικής μου υπηρεσίας, την εποχή της εμπόλεμης κατάστασης, τα είχα περάσει στην Αθήνα, απεσπασμένος σε διάφορα γραφεία.