Επιστολή (9)

 

Αγαπητέ Χαρίλαε,

Aργησα να σου γράψω επειδή θα ήθελα το γράμμα μου να είναι αντάξιο του δικού σου, αν όχι σε κέφι κ' ευθυμία -- πράγματα που μου λείπουν -- τουλάχιστον όμως εις έκτασιν.

Τώρα αποφασίζω να σου γράψω όπως όπως, πρωτίστως για να σ' ευχαριστήσω για την πρόσκλησή σου, την οποία λυπούμαι που δεν μπορώ να δεχθώ. Πρόκειται να πάρω μια άδεια αναρρωτική 45 ημερών. Εσκεπτόμην να κάνω ένα ταξειδάκι σε διάφορα μέρη και ναρθω κι αυτού για λίγες ημέρες. Προχθές όμως, εντελώς τυχαίως, προσεφέρθη κάποιος να μου προμηθεύση ένα εισητήριο δωρεάν για την Κωνστάντζα (Ρουμανίας). Εννοείται ότι έσπευσα να επωφεληθώ της ευκαιρίας. Θα πάω και θα γυρίσω δια θαλάσσης περνώντας από την Κων/πολι. Λέω να προεκτείνω το ταξίδι μου έως το Βουκουρέστι. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι αξίζει τον κόπο. Βόσπορος, Αγια Σοφιά, Μαύρη θάλασσα, Ρουμανίδες (ων ουκ έστιν αριθμός, καθώς μαθαίνω), όλα αυτά, και πολλά άλλα πράγματα μαζύ, θα ομολογήσης ότι μπορούν κάπως ν' αντισταθμίσουν με την ωραία Δημητσάνα. Αναντικατάστατη θα είναι μόνο η συντροφιά σου. Αλλά ελπίζω στο ερχόμενο καλοκαίρι ναρθης εσί πια στην Αθήνα, για να επαναλάβουμε, πρόχειρα ξαναζεσταμένη την παλιά μας εκείνη ζωή του γλεντιού, του απεγνωσμένου και αμφίβολου, για μένα τουλάχιστον, ακόμη και τότε.

Εγέλασα με τις απροσδόκητες ομοικαταληξίες σου. Φαίνεται ότι είσαι πάντα ο ίδιος. Τα χρόνια και το καταθλιπτικόν περιβάλλον δεν ήρκεσαν να σε δαμάσουν.

Εδώ εμεσολάβησε σιωπή εβδομάδος περίπου, έπειτα από την οποία απεφάσισα να σου στείλω, έστω και μισοτελειωμένο, το γράμμα μου για μη ματαιωθή εντελώς από τα δικά σου (Αυτό σε συμβουλεύω να κάνεις άλλοτε και συ). Εν τω μεταξύ φαίνεται ότι ματαιούται το ταξείδι μου στο Βουκουρέστι, και αντ' αυτού θα έχω ένα για την Αλεξάνδρεια. Καταλαβαίνεις ότι το παν εξαρτάται από την πηγή των εισιτηρίων. Την άδεια την επήρα. Aλλος παράγων ρυθμιστής του ταξιδιού αυτού, στον οποίο πριν δεν υπελόγιζα, είναι το πόδι μου που έχει πληγιάσει από τα πατίνια (διότι πρέπει να μάθης ότι πατινάρουμε κιόλα). Τώρα άρχισε να πρίζεται. Ευνόητο είναι ότι με πρησμένο πόδι δε μπορώ να πάω πολύ μακρυά.

Γειά σου, λοιπόν, αγαπητέ Χαρίλαε. Θα σου στείλω ειδήσεις μου.

Κωστάκης

Πίσω

 

@ Σ' αυτό το γράμμα το αχρονολόγητο (οπωσδήποτε γράφθηκε τέλη Σεπτεμβρίου 1926), εκτός από μερικά δευτερεύοντα ζητήματα που εκθέτει, μου αναγγέλλει το ταξίδι που επρόκειτο να κάνη στη Ρουμανία, τις εντυπώσεις του από την οποία μου είχε περιγράψει σε μιαν άλλη κατόπι επιστολή που το μεγαλύτερό της μέρος δημοσιεύθηκε στα Aπαντα (σελ. 243-245) κι ολόκληρη στα Aπαντα τα Ευρισκόμενα, τομ. Β, σελ 311-314. Το πρόσπωο που γράφει ότι προσεφέρθη να του προμηθεύση δωρεάν ένα εισιτήριο για την Κωνστάντζα είναι ο παλιός του συμφοιτητής κ. Τάκης Τσάκωνας, ανώτερος τότε υπάλληλος του Υπουργείου Συγκοινωνιών, που και κατόπι, το Μάιο του 1928, τον διευκόλυνε μ' ένα, πάλι δωρεάν, εισιτήριο για το ταξίδι του στο Παρίσι. Όσο για το πατινάρισμα που εδώ μιλάει, καθώς μου είχε πει ο ξάδελφος του,  κ. Θ. Καρυωτάκης, γινόταν σ' ένα τερραίν, όπου βρισκόταν τότε στο Νέο Φάληρο, δίπλα στον παλιό σταθμό. Aμα κανείς δεν πρόσεχε, ή δεν μπορούσε να κρατήσει ισορροπία, αμέσως έπεφτε κάτω, πράγμα που γινόταν τακτικά με τον Καρυωτάκη. Από μικρός το 'χε καημό να πατινάρη. Όταν, παιδί, ακόμα, μου 'λεγε κάποτε, έμενε στην Αθήνα (1909-1911), είχε ζωηρή επιθυμία χωρίς όμως να μπορέση τότε να την πραγματώσει, για να τρέξη κι αυτός με πατίνια, όπως έβλεπε να τρέχουν τόσα άλλα παιδιά στα "Skating-ring" του Τσόχα, ένα τερραίν που σε τούτο αναφέρει πως πήγαινε να πατινάρει, μαθητής όταν ήταν, ο Κλέων Παράσχος (Βιογραφία, 1951, σελ. 83) -- Μικρό απόσπασμα της επιστολής δημοσιεύθηκε στα Aπαντα, σελ ΧΧΙΙΙ.