Επιστολή (5)

 

Αγαπητέ Χαρίλαε,

έλαβα με ευχαρίστηση το γράμμα σου.

Για τον αδελφό σου δε μπόρεσα δυστυχώς να μάθω τίποτε. Ερώτησα πολλούς αιχμαλώτους από αυτούς που ήλθανε, αλλά δεν τον ήξερε κανένας. Πάντως όμως πρέπει να ελπίζεις γιατί έμειναν ακόμη εκεί κάτω. Εφόσον δεν είναι βεβαιομένος ο θάνατος του υπάρχουν αρκετές πιθανότητες να ζη. Πολλοί απ' αυτούς που ήλθαν τους είχαν για χαμένους οι δικοί τους και πενθούσαν μάλιστα.

Γράψε μου κανένα από εκείνα τα μεγάλα παλιά γράμματά αφού ακόμη μπορείς και γράφεις από αυτά. Εγώ όταν θελήσω να σου γράχω κάτι τι παραπάνω από τα τυπικά, είμαι βέβαιος ότι θα αρχίσω τις αιώνιες μεμψιμοιρίες που δε σ' αρέσεουν καθόλου. Γι' αυτό προτιμώ να σιωπήσω.

Εν τούτοις θα ήθελα πάρα πολύ να ήσουν εδώ, να τα λέγαμε προφορικώς. Θα κάναμε και καμιά απόπειρα να πιούμε, να γλεντήσουμε όπως τότε. Ποιος ξέρει, μπορεί να πετύχαινε.

Τις διακοπές δε θαρθης; Εγέλασα με όσα έγραφες για τις τσούπες του Βελημαχιού. είχαν καμμιά σχέση με το επεισόδιο εκείνο που σου συνέβη και που δεν επληροφορήθηκα παρά εντελώς αόριστα; Αλήθεια, σ' εμαχαίρωσαν, βρε φουκαρά; Πώς και γιατί;

Με φιλιά

Κωστάκης

19 - 5 - 923

Πίσω

 

@ Το γράμμα τούτο είναι απάντηση σ' ένα δικό μου, που του 'χα στείλει από κάποιο χωριό της Πελοποννήσου, όπου είχα πρωτοδιορισθή ελληνοδιδάσκαλος στο εκεί Ελληνικό σχολείο. Πάνω απ' όλα τον παρακαλούσα να φροντίση για να πληροφορηθή από τους αιχμαλώτους που άρχισαν τότε να γυρίζουν από τη Μ.Ασία, μήπως κανένας τους γνωρίζη τίποτα για την τύχη του μικρότερου αδελφού μου Θόδωρου, που, εικοσάχρονος ακόμα, χάθηκε στην υποχώρηση του στρατού μας. Και μ' αυτόν πριν πάει στρατιώτης έκανε τακτικά παρέα ο Καρυωτάκης, μια κι εκείνος έγραφε ποιήματα, κι ένα μάλιστα με τον τίτλο Ματαιότης, δημοσιεύθηκε στο Νουμά, 12 Δελεμβρίου 1920, σελ 381. Όσο για τούτο που γράφει «Θα κάναμε και καμιά απόπειρα να πιούμε», δεν θα 'ταν άσκοπο, νομίζω, να μνημονεύσω, πως είτε μόνος του, είτε με την οικογένειά του βρισκόταν, ποτέ του δεν έπινε κρασί. Το κρασί δε μου αρέσει, μου 'λεγε κάποτε. Το πίνω μόνο για την ευχάριστη διάθεση που μου φέρνει έπειτα. Και, καθώς φαίνεται, όταν τύχαινε να πιη πιο πολύ, από την ευχάριστη τούτη διάθεση μπορούσε να μεταπέση ως τα όρια της επικίνδυνης ασυλλογιστίας. Το χειμώνα του 1918, μου είπε ένα βράδυ, πως την προηγούμενη βραδιά που είχαμε γλεντήσει και είχε πιει παραπάνω, όταν γύρισε αργά στο σπίτι του, στην οδό Νοταρά 22, όπου καθόταν τότε σε μια σοφίτα, αντί να πάη να κοιμηθή, ανέβηκε στο πεζούλι της ταράτσας κι άρχισε εκεί κάμποση ώρα να τρέχει από τη μια της άκρη ως την άλλη. Και στην ερώτηση μου πώς δε φοβήθηκε μην πέσει στο δρόμο και σκοτωθεί, μου απάντησε γελώντας: -- Α, όλα κι όλα! Μ' όλο μου το μεθύσι, εκεί που έτρεχα πρόσεχα πάντοτε να γέρνω προς τα μέσα, κι έτσι αν έπεφτα θα ριχνόμουν στην ταράτσα. Καθώς πάλι μου είχε πει ο ξάδελφος του Θόδωρος Καρυωτάκης, εκεί που περνούσαν μεσάνυχτα την οδό Πατησίων, τις απόκριες του 1924, αν δε γελιέμαι, κι είδε άξαφα φέρετρα σε μια φωτισμένη βιτρίνα ενός γραφείου κηδειών, αμέσως έγινε έξω φρενών -- Απόκριες τώρα και να βλέπω φέρετρα! εφώναξε με μιας, και, κεφωμένος καθώς ήταν, παίρνει μια πέτρα (υπήρχαν ακόμη τότε πέτρες στην οδό Πατησίων) και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τον βλέπει κανείς, την πετάει με δύναμη κατά τη βιτρίνα· μα μόλις είδε πως την έσπασε, αμέσως το έβαλε μετανιωμένος στα πόδια. Όταν εξ άλλου τύχαινε, παρασυρμένος από τους συμπότες του, να παραπιή, προξενούσε ύστερα την εντύπωση ανθρώπου με αποναρκωμένες τις αισθήσεις, έτσι καθώς παραμιλούσε και καθώς τόσο πολύ αδυνατούσε τότε να βαδίση που αναγκαζόμουν να τον υποστηρίζω ως που να τον πάω στο σπίτι και να τον βάλω να κοιμηθή. Aμα τον Ιανουάριο του 1919 πήρε την άδεια του δικηγόρου, για να πανυγηρίσουμε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός, εκάναμε οι δυο μας ένα γλεντάκι στην παλιά ταβέρνα Μάζεστικ, κοντά στο Πολυτεχνείο. Μα επειδή το 'φερε η τύχη να πιη πολύ περισσότερο από ότι είναι σωστό, μόλις βγήκαμε έξω τα μεσάνυχτα, αμέσως έπεσε στο πεζοδρόμιο αναίσθητος σχεδόν. Κάπου κάπου μόνο μιλούσε ξεκάρφωτα και μονάχα σε μια στιγμή που ήρθε κάπως στα συγκαλά του μού είπε: -- Αν μάθη τίποτα ο Δικηγορικός Σύλλογος γι' αυτό το ρεζιλίκι, θα με διαγράψη από δικηγόρο! Μ' έφερε η ανάγκη τότε να πάρω ένα αμάξι για να τον παω στο σπίτι του. -- Απόσπασμα αυτού του γράμματος δημοσιεύθηκε στα Aπαντα, σελ. ΧΧΙΙ-ΧΧΙΙΙ.