Επιστολή (4)

 

Αγαπητέ μου Χαρίλαε,

Τι γίνεσαι; Πάλι άργησα να σου γράψω. Ίσως γιατί έπρεπε πρώτα ν' αρχίσω να σε επιθυμώ και να βεβαιωθώ ότι και συ, για τον ίδιο λόγο, θα διαβάσης με περσότερη ευχαρίστηση το γράμμα μου.

Πώς τα περνάς στο Υπουργείο που είσαι απεσπασμένος; Επέρασες στο θέμα; Ο Ραφτόπουλος; Ο Βασιλάκης τι κάνει; Είδα, εκυκλοφόρησε το βιβλίο του. Η Μαρία του Φοιτητικού; Α, πόσο σας θυμάμαι, πόσο τα θυμάμαι όλα με λαχτάρα! Τον κήπο του Κλαυθμώνα, το Γράβαρη, το Ζάππειο, το σπίτι της οδού Φαβιέρου... Ναδινε ο θεός, απαλλαγμένος από το στρατιωτικό ναρχόμουνα κάποτε και για μένα οριστικά αυτού. Γραφιάς να διοριζόμουνα μόνο για να μπορώ να τρώω λίγο ψωμί στου Λούκουλλου.

Ο Θάνος είναι αυτού. Θα τον είδες βέβαια. Εκάνατε κανένα γλέντι μαζύ;

Εγώ εδώ τόρριξα στο διάβασμα. Δεν έχω πώς αλλιώς να περάσω τις ώρες μου. Εδιόρθωσα και το δράμα. Το κάλλιστον όμως όλων, δεν έγραψα ευτυχώς τίποτα ή σχεδόν τίποτα αφ 'ότου ήρθα· ένα μόνο ποίημα. Αμα λήξη η άδεια θα προσπαθήσω να μπω στο νοσοκομείο των Χανιών για να πάρω από κει την άδεια. Αλλά δεν πιστεύω να το κατορθώσω, γιατί θα καταλαβαίνης βέβαια ότι εδώ δεν είναι εύκολο ν' αποφασίση κανείς εκείνο που ξέρεις.

Περιμένω γρήγορα γράμμα σου.

Σε φιλώ πολύ

Κωστάκης

Πίσω

 

@ Το αχρονολόγητο τούτο γράμμα είναι πάντως γραμμένο τον Απρίλιο του 1920 στο Ρεθυμνο, όπου φαντάρος τότε και με δίμηνη άδεια αναρρωτική, είχε πάει να μείνει μαζί με τους γονείς του, που εκείνη την εποχή βρίσκονταν εκεί.

Αναφορικά με το θέμα που με ρωτάει αν είχα περάσει, πρόκειται για τις γραπτές εξετάσεις στα λατινικά που θα έδινα τότε, όπως του είχα γράψει, για το πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής. Ο ποιητής Ιωσήφ Ραφτόπουλος που μνημονεύει, ήταν φίλος πολύ περισσότερο δικός μου, παρά του Καρυωτάκη. Ακόμη φυλάω το ακόλουθω γράμμα που μου έγραψε λίγη μόλις ώρα πριν πεθάνη σε μια κλινική, την ίδια πουη ύστερ' από επτά χρόνια μας άφησε και η Πολυδούρη:

Κλινική Χρηστομάνου 24 - 11 - 23

Αγαπητοί μου Σακελλαριάδη και Πελεκίδη.

Πεθαίνοντας σας ευχαριστώ.

Ιωσήφ Ραφτόπουλος

Οπωσδήποτε συνδεόταν αρκετά και με τον Καρυωτάκη, που μετά το θάνατο του φίλου του έγραψε ένα συγκινητικό άρθρο στο περ. Εμείς 2 Μαρτίου 1924 (=Aπαντα, σελ. 239-240). Ο Βασιλάκης πάλι, που κι αυτόν αναφέρει, ήταν ο Βασίλης Λειψιανός, περισσότερο γνωστός με την προσονομασία Λείψανος, που του είχαν βγάλει οι θαμώνες του κεφενείου του κήπου του Κλαυθμώνος, όπου εκείνη την εποχή σύχναζε και ο Καρυωτάκης, καθώς κάνω λόγο στο άρθρο Ο Καρυωτάκης επιθεωρησιογράφος, Ν. Εστία 15 Απριλίου 1940, σελ. 474-482. Παλιός αδιόρθωτος μποέμ, δημοσίευε κάπου κάπου άρθρα σ' εφημερίδες κι είχε τότε εκδώσει σε βιβλίο μερικά διηγήματά του. Ήταν πολύ φτωχός και τον φιλοξενούσε κάποιος στο ερημικό τότε Ψυχικό, απ' όπου κάθε πρωί ερχόταν στην Αθήνα με τα πόδια και το βράδυ γύριζε πάλι περπατώντας. Η Μαρία, εξ άλλου, ήταν μια χαριτωμένη παιδούλα 12-13 χρονών, κόρη του εστιάτορα του Φοιτητικού, ενός εστιατορίου της οδού Σόλωνος, όπου έτρωγε μαζί μου εκείνη την εποχή ο Καρυωτάκης. Εκεί, μετά την απαγωγή μιας νεκροκεφαλής από το νεκροταφείο, που γι' αυτήν αναφέρω στα Aπαντα (σελ. 205), την τοποθετήσαμε στο τραπέζι που τρώγαμε, με την πρόφαση πως είμαστε φοιητητές της Ιατρικής. Όσο για το Γράβαρη, ήταν ο ιδιόρρυθμος Ζακυνθινός μπαρμπέρης Σπύρος Γράβαρης, που βαστούσε κάποιο κουρείο δίπλα στο ιστορικό καφενείο Μαύρος Γάτος, εκεί στο ισόγειο του παλαιικού εκείνου σπιτιού, γωνία Ακαδημίας και Ασκληπιού, που σ' ένα χρονογράφημά του ο Παλαμάς στο Εμπρός το είχε αποκαλέσει «Σπίτι του κάρακα», έτσι όπως ονομαζόταν η ετοιμόροπη κατοικία, αυτή που περιγράφει στους Αθλίους ο Ουγκώ. Ο ίδιος άλλωστε ο Παλαμάς, καθώς και ο Εμμ. Λυκούδης, γείτονες του απαρχαιομένου αυτού σπιτιού, καταλέγονταν στους τακτικούς πελάτες του Γράβαρη. Εκτός από την ξακουσμένη εκείνη «παλαιά φρουρά» συχνοπήγαιναν εκεί και μερικοί ελεύθεροι ακόμα τότε του καλάμου σκοπευτές: ο Καρυωτάκης, ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος, ο Νίκος Λαΐδης (ο κατόποι Πολ Νορ), ο Γ. Σταυρόπουλος. Κοντά σε τούτους, ο κάπως αφελής συντοπίτης του εθνικού μας ποιητή, επηρεασμένος φαίνεται από την ποιητική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε αυτού, άρχισε και τούτος να σκοαρώνη στιχάκια και να τα απαγγέλλη με το ιδιαίτερο γνώρισμα της ζακυνθινής προφοράς του, φιλοδοξώντας ίσως να φανή ισάξιος του παλιού συναδέλφου του Πανάγου Μελησιώτη, του ποιητή της Θυμιούλας της Γαλαξιδιώτισσας και του σύγχρονού του, μπαρμπέρη και τούτου, Στέλιου Αυγουστάκη (ένα από τα πολλά του ποιήματα περάστηκε και στη Γάμπα, το περιοδικό του Καρυωτάκη), που με κάποια υπερβολή τον είχε κατόπι εγκωμιάσει για την ποιητική του αξία ο Κώστας Αθάνατος στο άρθρο του Εις το κουρείον των Μουσών (Κυριακή του Ελ. Βήμ,ατος 27 - 2 - 1927, σελ. 2). Επειδή ο Καρυωτάκης πολλές φορές χασομερούσε κάμποσο στο κουρείο περιμένοντας τη σειρά του να μπαρμπεριστή, για να γλυτώσει από την αρκετά νευριαστική γι' αυτόν αναμονή του εκεί, σοφίστηκε το ακόλουθο τέχνασμα: Μου ανέθεσε να πω στο Γράβαρη, τάχα εμπιστευτικά, πως πήρε από μια κληρονομιά 500 χιλιάδες δραχμές, ποσό αστρονομικό εκείνη την εποχή· πράγμα που το πήρε στ' αλήθεια ο ελαφρόμυαλος μπαρμπέρης, κι έτσι τα βόλευε με τέτοιο τρόπο, που ο φανταστικός μας κληρονόμος από τότε οικονομιόταν μια χαρά. Και καθώς ο Γράβαρης τον έβλεπε πάντα μετρημένο στα λόγια, αρκετά σοβαρό, δεν είχε σχηματίσει και τόσο καλή ιδέα για την πνευματική του ικανότητα. -- Δεν είναι ξύπνιος, μου 'λεγε, θα του τα φάνε γρήγορα τα λεφτά οι κατεργάρηδες. -- Το σπίτι της οδού Φαβιέρου, που και τούτο μνημονεύει, ήταν το σπίτι όπου έμενε τότε μόνος, αφού οι δικοί του λείπανε στην Κρήτη, εκεί που υπηρετούσε ο πατέρας του μετά τον ξαναδιορισμό του, μια και για πολιτικούς λόγους είχε χάσει προσωρινά το 1916 τη θέση του πολιτικού μηχανικού. Στο σπίτι αυτό βρίσκονταν και τα γραφεία του περιοδικού Η Γάμπα, όπως άλλωστε το είχε αναγράψει στο έμμετρο υπότιτλό της, συνθεμένο κατά το σύστημα του Ρωμηού του Σουρή:

Προσωρινώς, γραφεία μας
έχομε οδός Φαβιέρου,
54 αριθμός,
στο σπίτι κάποιου γέρου.

Μας βρίσκουνε τα άτομα
εις το μεσαίον πάτωμα
5 με 7 το εσπέρας
καθ' όλας τας ημέρας.

Λίαν δεχόμεθα ευγενώς
παξιμαδοκλέπτριας,
μοδίστες, κοριτσόπουλα
και σοβαρά κυρίας.

Ο Λούκουλος ήταν ένα εστιατόριο, όπου κι αυτού αρκετές φορές τρώγαμε μαζί. ήταν πολύ παλιό, αφού σ' ένα μυθιστόρημά του το αναφέρει ο Ξενόπουλος, μαζί με κάποιο άλλο παλαιότατο, το εστιατόριο του Ξύδη, στην οδό Ιπποκράτους. Βρισκόταν στη γωνία Δώρου και Σατωβριάνδου, εκεί που κατόπι, μετά την κατεδάφισή του, είχε εγκατασταθεί το εστιατόριο Ελληνικόν, που καταστράφηκε πριν λίγα χρόνια από πυρκαγιά -- Το δράμα που αναφέρει πως το ετελείωσε, είναι εκείνο που μνημονεύω λεπτομερώς στα Aπαντα, σελ. ΧΧΧΧΥ. Όσο για το ποίημα, το μόνο που, καθώς γράφει, είχε συνθέσει τότε, πρόκειται για τον Γυρισμό, που πρωτοδημοσιέυθηκε στο Νουμά, 17 Οκωβρίου 1920, σελ. 241, με αφιέρωση: στον ποιητή Μαλακάση. Το έβαλε υστερα στα νηπενθή, και κατόπι περάστηκε στα Aπαντα, σελ. 27-28. Στην πρώτη δημοσίευση του ποιήματος, ένας του στίχος άρχιζε Γέλιο ιλασμού, Σαρωνικέ. Κι όταν του είπα πως ο Καρθαίος που είχε διαβάσει το ποίημα στο Νουμά, μου διατύπωσε τη γνώμη ότι η έκφραση δεν είναι σωστή, τη διόρθωσε κατόπι σε: Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ. Κι άμα μου επρωτοδιάβασε το ποίημα και με ρώτησε αν μου αρέση, του απάντησα πως στο στίχο, που τώρα είναι γραμμένος: Ασωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας να λυγιστώ αντί "λυγιστώ" είχε βάλει άλλη, αταίριαστη κατά τη γνώμη  μου, λέξη, και του σύστησα να μπη εκείνη, πράμα που αμέσως το παραδέχθηκε. Γιατί, καθώς μνημονεύω στα Απαντα (σελ. ΧΧΧΧΙΙΙ) «δεν δυσκολευόταν ακόμα να ζητήση από στενούς του φίλους τη γνώμη για όσα έγραφε και με προθυμία δεχόταν τις υποδείξεις τους, όταν τις εύρισκε σωστές». Στο τελευταίο μέρος της επιστολής, εκεί που γράφει ότι θα προσπαθήσει να μπη στο στρατιωτικό νοσοκομείο των Χανιών για άδεια, προσθέτει: Αλλά δεν πιστεύω να το κατορθώσω, γιατί θα καταλαβαίνης βέβαια ότι εδώ δεν είναι εύκολο ν' αποφασίση κανείς εκείνο που ξέρεις. Εδώ εννοεί κάποιο στρατήγημα που είχε επινοήσει όταν ήταν στρατιώτης, ένα τέχνασμα τόσο παραπλανητικό, που όσοι τον βλέπαν πέφταν σε παγίδα κι αμέσως τον έστελναν σε στρατιωτικό νοσοοκομείο, απ' όπου πάντα τα κατάφερνε να βγη μα άδεια αναρρωτική. Κι έτσι, με τέτοιες άδειες πέρασε τον περισσότερο καιρό της στρατιωτικής του θητείας. Την απαλλαγή του εξ άλλου από τον στρατό σε καμίαν δεν την οφείλει πάθηση οργανική, μια που από μικρός ήταν πολύ γερός κι είχε αξιοθαύμαστη σωματική αντοχή, αλλά στη μεσολάβηση ενός συγγενή του, του τότε γενικού αρχίατρου Εμμ. Ευστρατιάδη, που εφρόντισε να τον απαλλάξουν -- Μικρό απόσπασμα αυτής της επιστολής δημοσιεύθηκε στα Απαντα, σελ. ΧΧ.