Επιστολή (3)

 

Αγαπητέ μου Χαρίλαε,

Με πολλήν χαράν εδιάβασα το γράμμα σου. Ήταν πολύ όμορφα γραμμένο και μου θύμισε αυτό που έλεγες, να συγγράψης δηλ. τα απομνημονεύματά σου. Λοιπόν, σοβαρώς, έχω τη γνώμη πως αν το επιχειρήσης δεν θα κάνεις καθόλου άσχημα. Ν' αρχίσης από τότε που πήγες φοιτητής στην Αθήνα και να εκθέσης όλα σου τα ειδύλλια, όλα σου τα επεισόδια με τις διάφορες σπιτονοικοκυρές, όλες τις διαφωνίες που εδημιούργησες με τους συναδέλφους σου, όλα σου τα ξυλοκοπήματα από τους αντίζηλους, αν και δεν πιστεύω να είναι πολλά τα τελευταία. Κι όλα αυτά να τα περιγράψης με ειλικρίνεια άλλοτε σοβαρά και άλλοτε μ' ένα μελαγχολικό χιούμορ, αναλύοντας συγχρόνως την ψυχολογική σου κατάσταση. Εννοείται ότι την ειλικρίνεια πρέπει να τη φυλάξης στο αίσθημα, ενώ τα επεισόδια μπορείς να τα αλλάξης επί το παραδοξότερον. Αυτά στα γράφω σοβαρά γιατί ενώ έχεις ζήσει ομολογουμένως μια ζωή μποέμ, έχεις συγχρόνως και το χάρισμα να την εξιστορής ωραία. Ένα τέτοιο βιβλίο και να μην το τυπώσης, θαναι όμορφη ανάμνηση.

Την "Αφροδίτη" την έβαλα και για την ανάγκη της ρίμας και συμβολικά και με την βεβαιότητα ότι μέσα στις τόσες θαχες κάποια και μ' αυτό τ' όνομα.

Αν και δεν έχω τίποτα άξιο λόγου να σου γράψω και το κεφάλι μου είναι καμωμένο καζάνι από τη δουλειά, θα προσπαθούσα κι εγώ να σου γράψω πολλά, όπως έχεις το δικαίωμα να τ' αξιώσεις υστερ' από κείνο το γράμμα σου, αλλά βιάζομαι να τελειώσω όπως όπως αυτό το γράμμα μου για να σε παρακαλέσω να μου κάνης μια μικρή χάρη που επίγει. Είδα χθες στην εφημερίδα ότι κοινοποιείται διαταγή εντός τριών ημερών δια της οποίας ανακαλούνται οι οπωσδήποτε τυχόντες αναστολής κληρωτοί του 1919. Θα με υποχρεώσης λοιπόν αν πας μόλις λάβης το γράμμα μου στο Στρατολ. Γραφείο και ρωτήσης αν περιλαμβάνονται και οι φοιτηταί της Φιλολογίας οι τυχόντες αναστολής μέχρι πέρατος σπουδών κι αν εγώ επειδή είμαι υπάλληλος μπορώ να τύχω κανενός ευεργετήματος. Δεν θ' αναφέρης εννοείται τ' όνομά μου. Αν πρέπει να προσέλθω μου τηλεγραφής, ειδεμή μου γράφεις. Να ιδούμε τι θα γίνει. Τι διάολο, δεν εννοούν να μ' αφήσουν ήσυχο ποτέ;

Εδιάβασα ακόμα ότι εκοινοποιήθη διαταγή να προσέλθουν στα σώματά τους όλοι οι απεσπασμένοι. Εσύ πώς θα τα καταφέρης. Θα μείνης; Τουλάχιστο να σμίγαμε πάλι, έστω και υπό τέτοιες περιστάσεις.

Μην κάνης λόγο σε κανένα για την ανάκληση της αναστολής.

Περιμένω γρήγορα γράμμα σου.

Σε φιλώ

Κωστάκης

4 - 2 - 920

Πίσω

 

@ Αναφορικά με τη διαταγή για την ανάκληση της αναστολής της στρατιωτικής θητείας των κληρωτών του 1919, σημειώνουμε πως ο Καρυωτάκης, μ' όλο που γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896, ήταν γραμμένος από τον πατέρα του, με έτος γέννησης 1899, στα μητρώα της κοινότητας Συκιάς της Κορινθίας, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε τότε να να εγγράφη ο κάθε πατέρας τα παιδιά του στα μητρώα του τόπου όπου τούτος γεννήθηκε, ή απ' όπου κρατούσε. Κι ο πατέρας του Καρυωτάκη είχε γεννηθεί στη Συκιά. Ο παππούς του ποιητή λεγόταν Κώστας Ευθυμίου, κι είχε γεννηθεί τον καιρό της ελληνικής επανάστασης σ' ένα βουνό, εκεί που είχαν καταφύγει οι γονείς του για ν' αποφύγουν τους καταδιωγμούς των Τούρκων. Όμως , επειδή μικρός ορφάνεψε κι απόμεινε απροστάτευτος, πολύ φτωχός, βρήκε καταφύγιο στα Καργιώτικα, ένα χωριό πολύ κοντά στη Συκιά, όπου καθημερινά πήγαινε για θελήματα και άλλες μικροδουλειές. Κι οι Συκιώτες σα βλέπανε αυτό το μικροκάμωτο, μα τόσο πρόθυμο κι εργατικό φτωχόπαιδο, λέγανε κάπως σπλαχνικά: Να το καημένο το καργιωτάκι! Του βγάλανε δηλ. μια προσονομασία, που του 'μεινε κατόπι για επώνυμο. Μα σιγά σιγά, όταν μεγάλωσε αυτό «το καημένο το καργιωτάκι», καθώς διακρινόταν για την αξιοσύνη του και το επιχειρηματικό του πνεύμα, έγινε, τέλος, ο καλύτερος νοικοκύρης της Συκιάς: απόχτησε χτήματα πολλά, έχτισε το ανώτερο σπίτι του χωριού, σπούδασε, είτε στο Πανεπιστήμιο, είτε στο Πολυτεχνείο τα πέντε του αγόρια και καλοπάντρεψε τις δυο του κόρες.

@ Όσο για την ανάκληση της αναστολής και για τους φοιτητές της φιλολογίας (ο Καρυωτάκης είχε γραφή στη Φιλοσοφική Σχολή το 1918), αυτή πραγματοποιήθηκε τότε, κι έτσι ξαναρρίχθηκε στο στρατό ως το καλοκαίρι του 1921 που απαλλάχτηκε πια οριστικά. Όσα πάλι μνημονεύει για την "Αφροδίτη", αποτελούν απόκριση σε κάποια δική μου επιστολή, όπου, απαντώντας σε μια δική του, του έλεγα πως με καμιά ποτέ μου δεν είχα συνδεθή που να τη λέγανε Αφροδίτη, καθώς έγραφε στους ακόλουθους στίχους ενός ποιήματος που είχε εσωκλείσει στο γράμμα:

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουνε τι εγίνης.
Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θαχουν της Ειρήνης.

(Το ποίημα με τον τίτλο «ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ στον ποιητή Χαρίλαο Σακελλαριάδη, που, φοιτητές γλεντούσαμε μαζί», πρωτοδημοσιεύθηκε στον "Νουμά", 24 Οκτωβρίου 1920, σελ. 259, κι από 'κει, μ' αλλαγμένο τον τίτλο και κάπως παραλλαγμένη την πρώτη στροφή, περάστηκε στα Νηπενθή και κατόπιν στα Απαντα, σελ. 43). Η Ειρήνη πάλι, που αναφέρεται στο ποίημα, ήταν μια ομορφοκαμωμένη ξανθή κοπέλα, που έμενε γωνία Κουντουριώτου-Νοταρά, απέναντι στο σπίτι που καθόταν μόνος του το 1918 ο Καρυωτάκης, στον οποίο, καθώς είχε συνδεθή μ' αυτόν, έστελνε τακτικά γράμματα με την υπηρέτρια του σπιτιού της. Και τούτης είναι τα γράμματα, που, κατόπι, αναφέρω στα Απαντα (σελ. 205), επίμονα ύστερα του ζητούσε κάποιος αξιωματικός του Ναυτικού, που έπειτα είχε ερωτευθή την παλιά φιλενάδα του ποιητή. Είναι αβάσιμα λοιπόν όσα γράφονται στα Απαντα τα Ευρισκόμενα (τ.Β', σελ. 284), ότι αυτά τα γράμματα ήσαν της και μετά θάνατον, έτσι καθώς δυσφημίζεται, κακότυχης Αννας Σκορδύλη-Χαροκόπου, της πρώτης μα και μοναδικής, καθώς έχω τονίσει, ζωηρής αγάπης του Καρυωτάκη, ενός από τα πολλά και τούτης κατόπι θύματα της Δεκεμβριανής παραφροσύνης.